«Το τέλος της εθελοτυφλίας», άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής

Δημοσιεύθηκε στις 12/12/2020

Σε κάθε χώρο που υπηρετεί την προαγωγή της παιδείας ως βασικής αποστολής του κράτους για τη διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, η ελευθερία της διδασκαλίας κατοχυρώνεται μεν συνταγματικά, στην πράξη όμως στα πανεπιστήμιά μας, εδώ και δεκαετίες, προσβάλλεται από αντιδημοκρατικές συμπεριφορές, τις οποίες η κοινωνία και όλοι μας συνηθίσαμε να παρακολουθούμε να μένουν ατιμώρητες. Τώρα, λοιπόν, το ζητούμενο είναι η ενίσχυση των ελληνικών ΑΕΙ με θεσμικά μέσα διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας και στην κατεύθυνση αυτή ζητούμενο είναι μια τολμηρή και ρεαλιστική προσέγγιση, που θα σηματοδοτήσει τον εξευρωπαϊσμό της εικόνας τους. Οφείλουμε προς την κοινωνία, την οποία υπηρετούμε, να κάνουμε ένα γενναίο βήμα μπροστά από τις συνηθισμένες διαπιστώσεις, τις διαρκείς διαμαρτυρίες και τις πομπώδεις εκφράσεις αποτροπιασμού για τη βία, τις φασιστικές πρακτικές, τους βανδαλισμούς στη δημόσια περιουσία – πομπώδεις όχι γιατί δεν είναι ειλικρινής ο αποτροπιασμός, μα επειδή «ξεφουσκώνει» όταν οι πράξεις αποδεικνύονται αναντίστοιχες των λόγων. Είναι λοιπόν τώρα η ώρα της επίγνωσης ευθύνης, η οποία απορρέει από τον διακριτό θεσμικό ρόλο που έχει ανατεθεί στον καθένα μας. Είναι η ώρα να αναζητήσουμε συναινέσεις και να απαντήσουμε συντεταγμένα και οριστικά ότι έχει τελειώσει η ανοχή στην τρομοκράτηση καθηγητών, εργαζομένων, φοιτητών. 

Ακούγοντας την πρόταση για τη σύσταση ενός Σώματος που θα έχει θεσμική αρμοδιότητα την προστασία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, όσο και τις προτάσεις, οι οποίες αφορούν την πρόβλεψη ελέγχου των εισερχομένων στα ιδρύματα και την αναμόρφωση του πειθαρχικού και ποινικού δικαίου σχετικά με περιστατικά βίας και κάθε είδους αντιακαδημαϊκή πράξη, είναι ξεκάθαρο πως έχουμε δύο δυνατότητες: να οχυρωθούμε πίσω από όσα δεν μας βρίσκουν σύμφωνους ή να εργαστούμε από κοινού ώστε οι διατάξεις οι οποίες θα πάρουν τον δρόμο της Βουλής να επιφέρουν ουσιαστική αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, να είναι πρακτικά εφαρμόσιμες. 

Η συνεργασία μας με τις Αρχές της πολιτείας που είναι επιφορτισμένες με την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν είναι και δεν μπορεί να αποτελεί ταμπού. Ούτε και η συζήτηση περί αυτοδιοίκητου των πανεπιστημίων είναι η «ιερή αγελάδα» πίσω από την οποία μπορούμε να κρύβουμε παθογένειες και αδυναμίες. Υπερασπιζόμαστε το πραγματικό και ουσιαστικό αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων στην πράξη όταν αποδεικνύουμε πως μπορούμε να φροντίσουμε τα «του οίκου μας» μόνοι μας και όταν συνεργαζόμαστε με την πολιτεία σε εκείνα που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας. 

Υπάρχουν θέματα ουσίας στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει, είναι όμως σαφές ότι τα σημεία προβληματισμού ή διαφωνίας που αναδεικνύει καθένας από τους συμμετέχοντες στη διαβούλευση δεν θα πρέπει να γίνουν άλλοθι ώστε να μην αλλάξει τίποτε. Δεν είναι εποικοδομητική η άρνηση ως στάση, ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικών προσεγγίσεων και αναφορών. 

Ενα εμμονικό «όχι σε όλα» είναι απλώς κατώτερο των περιστάσεων. Οι πολίτες μάς παρακολουθούν και περιμένουν να ακούσουν από εμάς όχι βολικές δικαιολογίες, μα ακόμη και τις άβολες αλήθειες. Περιμένουν από εμάς ειλικρινείς και ρεαλιστικές απαντήσεις σε πραγματικά ζητήματα και όχι ακαδημαϊκού τύπου διατυπώσεις που θα παραπέμψουν τη συζήτηση σε ένα μέλλον το οποίο η ίδια η εθελοτυφλία υπονομεύει. Εχουμε τη δύναμη, το προνόμιο να μπορούμε να γίνουμε μέρος μιας θετικής αλλαγής. Αν επιλέξουμε να είμαστε φοβικοί, θα συμβάλουμε απλώς στη διαιώνιση ενός άτυπου καθεστώτος ομηρίας της βίας. 

Πηγή: kathimerini.gr