Θεσσαλονίκη,  17 Ιανουαρίου 2019

 

Προς τα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας του ΑΠΘ

 

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

Φίλες και φίλοι,

 

Στην αυγή του νέου χρόνου, αισθάνομαι την ανάγκη να επικοινωνήσω και να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις για το Πανεπιστήμιό μας και γενικότερα για την κατάσταση στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Είμαι βέβαιος ότι πολλά από αυτά που σκέφτομαι και που νιώθω είναι και δικοί σας προβληματισμοί και γεννούν και σε σας παρόμοια συναισθήματα και αγωνίες.

Σε ό,τι με αφορά, ενστερνιζόμενος πλήρως την ακαδημαϊκή μου υποχρέωση να συμβάλλω στην αναπόφευκτη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που πρέπει να δρομολογηθεί με στόχο την ανάδειξη στρατηγικά του Α.Π.Θ. ως πρωτοπόρου, αυτόνομου και εξωστρεφούς Πανεπιστημίου, προτίθεμαι να θέσω υποψηφιότητα για το αξίωμα του Πρύτανη του Α.Π.Θ. στις επερχόμενες πρυτανικές εκλογές.

Συμπληρώθηκε ήδη μια δεκαετία από τον Δεκέμβριο του 2008, όταν το Πανεπιστήμιό μας είχε υποστεί εκτεταμένες καταστροφές στον απόηχο μιας βίαιης αναταραχής που είχε ξεσπάσει τότε στη χώρα πριν ακόμη εμφανιστεί η μεγάλη κρίση. Παρόμοια γεγονότα ζήσαμε πριν ένα μήνα και μας βρήκαν και πάλι, όπως και τότε, όπως και πάντοτε, απροετοίμαστους  απέναντι σε  όσους θεωρούν εύκολο στόχο το ανυπεράσπιστο Δημόσιο Πανεπιστήμιο  και εννοούν να κάνουν εδώ μέσα ό,τι δεν διανοήθηκαν ποτέ να κάνουν σπίτι τους. Κι εμείς, ανήμποροι παρατηρητές ενός επαναλαμβανόμενου σκηνικού, αρκούμαστε να εκδίδουμε οργίλες ανακοινώσεις καταγγέλλοντας θεούς και δαίμονες. Είναι κι αυτό μια πρόοδος, αν αναλογιστεί κανείς ότι στο παρελθόν ούτε αυτό τολμούσαμε να κάνουμε. Πλην όμως, είναι και μια απόδειξη ότι, εμείς ως φύλακες του χώρου μας, έχουμε αποτύχει να προστατεύσουμε την περιουσία που συντηρεί με θυσίες ο ελληνικός λαός. Στον οποίο, όμως, δεν καταστήσαμε σαφές πως δεν αρκεί να αναλάβει το οικονομικό κόστος συντήρησης μιας νοσηρής πραγματικότητας, αλλά θα πρέπει  να σταθεί δίπλα μας στην προσπάθεια να φτιάξουμε ένα Πανεπιστήμιο αντάξιο των κόπων και των προσδοκιών του, το οποίο να προσφέρει ποιοτική εκπαίδευση στα παιδιά του.

Νομίζω, συναδέλφισες και συνάδελφοι, πως τα πολλά λόγια εδώ είναι περιττά, όπως και οι αναλύσεις δημοσιογραφικού τύπου για την κατάσταση που βιώνουμε αναφορικά με την ασφάλεια στους χώρους του ΑΠΘ.  Δεν είναι ανεκτό, όταν πολλοί συμπολίτες μας στερούνται ακόμα και τα προς το ζην, να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε τη βία, τη λεηλασία, την κακομεταχείριση και την καταστροφή της Πανεπιστημιακής περιουσίας. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε σε ένα κλίμα γενικευμένης, διάχυτης καθημερινής υποβάθμισης, το οποίο  επιτρέπει στην εγκληματικότητα να ανθεί στο χώρο μας. Πρόκειται για εκφυλιστικά φαινόμενα  που θα πάψουν να υπάρχουν μόνον αν το θελήσουμε όλοι μας και το θελήσει και ο Ελληνικός λαός που πληρώνει. Ως γνωστόν, τίποτε δεν είναι ακριβότερο από το δωρεάν. Η ανοχή μας συνεπώς απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές θα πρέπει να είναι μηδενική και για αυτό θα θέσουμε προ των ευθυνών τους την Πολιτεία και την τοπική κοινωνία. Και εάν δεν θέλουν αυτοί να αναλάβουν τις ευθύνες τους, θα αναλάβουμε εμείς τις δικές μας.

Η βία στο Πανεπιστήμιο αποτελεί κεντρικό πρόβλημα, που φορτίζει αρνητικά και πιέζει ψυχολογικά την καθημερινότητα όλων μας, από τη στιγμή που καλούμαστε να εργαστούμε και να δημιουργήσουμε σ’ έναν χώρο, στον οποίο η οποιαδήποτε πρωτοβουλία, καινοτόμος δράση ή παρέμβαση μπορεί ανά πάσα στιγμή να ακυρωθεί. Δεν νοείται οι άλλοι να έχουν φτάσει στο φεγγάρι και εμείς να συζητούμε ακόμη μεταξύ μας αν θα πρέπει ή όχι να κάνουμε τα αυτονόητα.

Δεν είναι όμως αυτό το μόνο πρόβλημά μας. Αλόγιστες κεντρικές ρυθμίσεις έχουν μετατρέψει τον καθηγητή σε γρανάζι ενός θηριώδους γραφειοκρατικού μηχανισμού. Η γραφειοκρατία αποτελεί άχθος και άλγος στην ψυχή όλων, που απομυζά τη δημιουργικότητα, εξαντλώντας τις ήδη περιορισμένες λόγω της κρίσης αντοχές μας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, καμιά Πρυτανική αρχή, που μπορεί να μη φταίει κατ’ αρχήν, δεν κατάφερε, ωστόσο, να μας προστατεύσει από το μένος του γραφειοκρατικού τέρατος που γέννησε η πολλαπλασιαζόμενη κεντρική ρύθμιση.  Το Πανεπιστήμιο μοιάζει να έχει μετατραπεί σε ένα γιγαντιαίο χαρτί, που μας τύλιξε και μας πνίγει. Η απλούστευση των διαδικασιών και η απαλλαγή από το άχθος των περιττών διοικητικών ενεργειών χωρίς καμιά προστιθέμενη αξία, πρέπει να είναι βασικό μέλημά μας. Σε κάθε περίπτωση, θ’ αποτελέσει προσωπική μας δέσμευση, ώστε να επαναφέρουμε πίσω στο φυσικό της χώρο τη χαρά της προσφοράς και της δημιουργίας.

Ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο  παράδειγμα υπηρεσίας που έχει περιέλθει σε γραφειοκρατικό τέλμα. Ο ΕΛΚΕ δημιουργήθηκε ακριβώς για να απελευθερώσει την έρευνα από τους κανόνες διοίκησης του στενού κράτους και για το λόγο αυτό πέτυχε θεαματικά αποτελέσματα για το Πανεπιστήμιο και τη χώρα. Αντίθετα, η υπαγωγή του στους κανόνες του Δημοσίου Λογιστικού εκδιώκει την έρευνα και καταδικάζει το ανθρώπινο δυναμικό της στη μετανάστευση, τη στιγμή που είναι άκρως αναγκαίο να λειτουργήσει ως μηχανισμός πρώτης ευκαιρίας.  Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος στενάζει υπό το βάρος ανούσιων γραφειοκρατικών διαδικασιών, που αποτρέπουν αντί να ενθαρρύνουν την ανάληψη έργων και την εκπόνηση ερευνών. Για να μπορέσει να κάνει το αυτονόητο, να διδάξει και να ερευνήσει, θα πρέπει προηγουμένως να εξαντληθεί παλεύοντας με τη γραφειοκρατία. Είναι απορίας άξιο γιατί αποτύχαμε συλλογικά και σε τέτοιο βαθμό να πείσουμε τους κυβερνώντες ότι, με ένα τόσο αντιπαραγωγικό θεσμικό πλαίσιο, αδυνατούμε όχι μόνο να λειτουργήσουμε, αλλά και ν’ αναπτυχθούμε.

Σ’ αυτό το σημείο έχουμε κι εμείς ιστορική ευθύνη. Έχουμε μπερδέψει το αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου με την άσκηση πολύπλευρου και πολυσχιδούς διοικητικού  έργου σε όλα τα επίπεδα, που καλούμαστε να το διεκπεραιώσουμε οι ίδιοι. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα άλλο μοντέλο διοίκησης του Ελληνικού Πανεπιστημίου. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, πως αυτό το μοντέλο δεν εξαρτάται από μας, αλλά από την κεντρική εξουσία, η οποία  επιλέγει –παρά την συνταγματική επιταγή περί αυτοδιοίκητου– να ρυθμίζει εξαντλητικά την ακαδημαϊκή ζωή. Έχουμε φτάσει, πράγματι, σε ένα σημείο, όπου έχουμε υποστεί μιαν άνευ προηγουμένου μεταρρυθμιστική κόπωση. Η μεταρρύθμιση του Ν. 4009/2011 αποδομήθηκε σχεδόν στο σύνολό της, χωρίς όμως να αντικατασταθεί από ένα ενιαίο και συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο. Στη συνέχεια, η  αποδόμηση έφερε ένα νέο πλαίσιο ρυθμίσεων, τις οποίες προσπαθεί να κατανοήσει και να εφαρμόσει η Πανεπιστημιακή Κοινότητα. Οι νόμοι είναι σεβαστοί και πρέπει να  εφαρμόζονται, όμως η διαρκής τροποποίησή τους δυσχεραίνει την προσπάθεια του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού να προσαρμοστεί και να λειτουργήσει με βάση ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο. Είναι απαραίτητο να επανεξετάσουμε σε εθνικό επίπεδο το ζήτημα του θεσμικού μας πλαισίου, έχοντας υπόψη πως η μεταρρυθμιστική κόπωση θέτει όρια στην όποια νέα κεντρική ρύθμιση να βελτιώσει το πλαίσιο της καθημερινότητάς μας και να απελευθερώσει τη δημιουργικότητά μας, όσο καλή κι αν είναι.

Γι’ αυτό, η νέα προσπάθεια θα πρέπει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της απαγκίστρωσης από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της κεντρικής διοίκησης και αντίστοιχα της ενίσχυσης του αυτοδιοίκητου του Πανεπιστημίου. Θα πρέπει, επιτέλους, να μας δοθεί η δυνατότητα να διοικήσουμε πραγματικά τα του οίκου μας, όπως το θέλησε και ο συντακτικός νομοθέτης στο ταλαιπωρημένο άρθρο 16. Παρόλο που δεν άπτεται άμεσα των αρμοδιοτήτων μας, δεν πρέπει να υποτιμούμε τις δυνατότητες παρέμβασής μας στην κεντρική διοίκηση. Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, δεν είναι όμως και δύσκολο αν πείσουμε την κεντρική εξουσία, αρκεί να έχουμε δίπλα μας την κοινωνία. Θα καταστήσουμε σαφές στην κεντρική εξουσία ότι άλλος δρόμος από εκείνον  που οδηγεί σε ένα γνήσιο σύστημα αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου δεν υπάρχει, εάν θέλουμε να εντάξουμε το Δημόσιο Ελληνικό Πανεπιστήμιο στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο εκπαίδευσης και έρευνας. Εκτός των άλλων και γιατί δεν χρειάζεται τα εύκολα να τα κάνουμε δύσκολα.

Αυτό για το οποίο μπορώ εγώ να δεσμευτώ, είναι ότι μαζί θα είμαστε και στα εύκολα και στα δύσκολα, και στα μικρά και στα μεγάλα. Και πιστεύω ακράδαντα ότι το μέλλον του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου ανήκει σε όλους μας, και ότι η συμβολή της καθεμιάς και του καθένα από μας είναι απαραίτητη για την ανάδειξη στρατηγικά του Α.Π.Θ. ως πρωτοπόρου Ελληνικού Πανεπιστημίου.

 

Σας εύχομαι υγεία, ευτυχία και δημιουργικό το νέο έτος!

Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

 

Καθηγητής  Νίκος Παπαϊωάννου

Πρόεδρος του Τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ

Σχολή Επιστημών Υγείας