Προγράμματα Σπουδών

 

α. Για τα Προπτυχιακά

Με το νόμο 4009/2011, τα προγράμματα σπουδών βρέθηκαν στην καρδιά των αλλαγών που εισήγαγε. Δεν είμαι βέβαιος ότι η κατάργηση των Τμημάτων στο όνομα της ευελιξίας των προγραμμάτων σπουδών που καλούνταν να οργανώσει κάθε Σχολή ήταν στη σωστή κατεύθυνση για πολλές παλιές επιστήμες, που εξακολουθούν και σήμερα να δικαιολογούν την οργανωτική τους αυτοτέλεια σε επίπεδο Τμήματος ή μονοτμηματικής Σχολής. Μιλώ για το πρότυπο «μια επιστήμη = ένα Τμήμα». Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε, ωστόσο, ότι ορισμένα Τμήματα δεν δικαιολογούν την οργανωτική τους αυτοτέλεια επειδή παρέχουν ένα πρόγραμμα σπουδών, το οποίο θα μπορούσε να προσφερθεί και χωρίς τη δημιουργία μιας νέας διοικητικής μονάδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, για την υποστήριξή του. Σήμερα, για να στήσουμε ένα πρόγραμμα σπουδών, δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα πρέπει να ιδρύσουμε και μια νέα διοικητική δομή για να το υποστηρίξει. Ωστόσο, οι απαιτήσεις της εξέλιξης της επιστήμης επιβάλλουν να γίνουμε πιο ευέλικτοι διοικητικά. Μπορεί ένα Τμήμα που ιδρύσαμε πριν από 20 χρόνια για να διδάξουμε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών να φαινόταν τότε βιώσιμο, τώρα όμως δεν είναι και αυτό το πληρώνουμε όλοι οι άλλοι. Μια ευελιξία, συνεπώς, για την ίδρυση προγραμμάτων προπτυχιακών σπουδών θα πρέπει να υφίσταται, ώστε το Πανεπιστήμιο, αφουγκραζόμενο τις ανάγκες της κοινωνίας και παρακολουθώντας τις εξελίξεις της επιστήμης, να μπορεί να το προσφέρει.

Σήμερα, η έλλειψη συνοχής του πολλαπλώς τροποποιηθέντος θεσμικού πλαισίου όχι μόνο μάς στερεί αυτή την ευελιξία, αλλά μάς υποχρεώνει και σε διπλές αξιολογήσεις και πιστοποιήσεις, όπως συμβαίνει με την διαδικασία πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών μας ανεξαρτήτως της αξιολόγησης των Τμημάτων μας που τα προσφέρουν. Η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών είναι μια κληρονομιά του νόμου 4009, ο οποίος, όμως, καταργούσε τα Τμήματα. Στη συνέχεια, επανήλθαν τα Τμήματα, πλην όμως η υποχρέωση της πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών ξεχωριστά από την αξιολόγηση των Τμημάτων παρέμεινε. Όπως και το ερώτημα αν θα πρέπει να πιστοποιηθεί ένα Τμήμα ξεχωριστά από το πρόγραμμα σπουδών του, όπως πιστοποιείται ξεχωριστά το Πανεπιστήμιο. Πόσα προγράμματα σπουδών θα μπορεί να προσφέρει ένα Τμήμα; Θα πρέπει, άραγε, να δώσουμε τη δυνατότητα αυτή στο Τμήμα ή μόνο στη Σχολή; Πώς διασφαλίζουμε καλύτερα την ευελιξία που μας χρειάζεται;

Η ευελιξία αυτή προσκρούει και στο αιώνιο πρόβλημα του ελληνικού Πανεπιστημίου, που συνίσταται στο γεγονός ότι κανείς δεν χάνει τη φοιτητική ιδιότητα μέχρι να αποφοιτήσει. Με τον τρόπο αυτό, κάποιος φοιτητής που γράφτηκε σε ένα Τμήμα πριν από 20 χρόνια, έχει την απαίτηση σήμερα, και η Πολιτεία μάς επιβάλλει την υποχρέωση, να τον εξετάζουμε ες αεί στα αντικείμενα, τα οποία διδασκόταν τότε, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν σήμερα. Με τον τρόπο αυτό, επίσης, εμποδίζεται ο εκσυγχρονισμός των προγραμμάτων σπουδών των Σχολών σε στενότερα χρονικά διαστήματα, διότι οι γραμματείες τους θα πρέπει να διαχειρίζονται περισσότερα προγράμματα ταυτοχρόνως. Αυτό αποτελεί μια παγκόσμια πρωτοτυπία, λόγος για τον οποίο δεν υπάρχει ούτε ένα ελληνικό Πανεπιστήμιο στα πρώτα 400 του κόσμου.

Στο σημείο αυτό, με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι το ΑΠΘ, από τη θέση 471 που κατείχε το 2014 στην διεθνή κατάταξη QS World University Ranking, έπεσε το 2019 στη θέση 561.

Για την αποκατάσταση της θέσης που του αξίζει στη διεθνή κατάταξη, το ΑΠΘ πρέπει πρώτα απ’ όλα να γίνει ένα γνήσια διεθνές πανεπιστήμιο. Για το σκοπό αυτό, είμαι υπέρ της διδασκαλίας προγραμμάτων σπουδών σε ξένη γλώσσα, ώστε να μπορέσουμε να προσελκύσουμε φοιτητές από όλο τον κόσμο, κυρίως δε από τις γειτονικές χώρες. Σε πολλά Τμήματα, διδάσκονται ήδη πολλά μαθήματα σε ξένη γλώσσα για την υποστήριξη του προγράμματος Erasmus. Το ζήτημα αυτό, που έχει να κάνει με την εξωστρέφεια, αφορά στην ανάπτυξη του Πανεπιστημίου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις προτεραιότητές μας, τη στιγμή που πολλά Τμήματα δεν έχουν στοιχειωδώς το απαιτούμενο διδακτικό προσωπικό για να αντεπεξέλθουν στη διδασκαλία του υφιστάμενου προγράμματος σπουδών τους. Αναγνωρίζω, ωστόσο, πως, ειδικά σε ένα Πανεπιστήμιο, δεν χρειάζεται όλοι να τρέχουν με τις ίδιες ταχύτητες και όσοι τρέχουν περισσότερο, θα πρέπει και να επιβραβεύονται, ει δυνατόν και με καλύτερες αμοιβές.

Αυτό που με βεβαιότητα θα πρέπει να γίνει σε προπτυχιακό επίπεδο, είναι πολλά Τμήματα, των θετικών επιστημών κυρίως, τα οποία θεραπεύουν οικουμενικές επιστήμες, να καταβάλουν προσπάθεια να προσελκύσουν περισσότερους φοιτητές Erasmus, στο πρότυπο της Νομικής Σχολής μας, που από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ακόμη, αν και θεραπεύει μια εθνική κατά βάση επιστήμη, προσελκύει μακράν τον μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών Erasmus μέχρι σήμερα. Μιλώντας για την εξωστρέφεια, πολύ συχνά επιχειρούμε να ανακαλύψουμε τον τροχό και αν κοιτάξουμε δίπλα μας, θα διαπιστώσουμε ότι κάποιοι συνάδελφοί μας έχουν καταφέρει να διεθνοποιήσουν τη Σχολή τους εδώ και καιρό.

Ωστόσο, αν και ενδεικτική της κατιούσας πορείας μας, η κατάταξή μας σε διεθνείς δείκτες δεν θα πρέπει να μας γίνει εμμονή, ούτε και να καθορίζει αποκλειστικά τις ενέργειές μας. Τα Στρατηγικά Σχέδια, τελικά, δεν μας ωφέλησαν και τόσο. Εάν θα πρέπει να έχουμε μια εμμονή, αυτή είναι η ακαδημαϊκότητα, η αριστεία, η αυταπάρνηση, η ανιδιοτέλεια, η δημιουργικότητα, η προσφορά, η πίστη στην παράδοση. Χωρίς να υποτιμούμε όλα τα άλλα, αυτά θα πρέπει κυρίως να μας καθοδηγούν, και αν τα έχουμε αυτά, θα έρθουν και οι καλές θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις.

 

β. Για τα Μεταπτυχιακά

Η διεθνοποίηση του Πανεπιστημίου θα πρέπει να γίνει κυρίως με όχημα τις μεταπτυχιακές σπουδές και την έρευνα (γι’ αυτήν βλ. κατωτέρω). Η επανασύσταση των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών είχε μεγάλο κόστος για την ανώτατη εκπαίδευση και τη χώρα, χωρίς καμιά ορατή προστιθέμενη αξία. Πολλά ανταγωνιστικά και επιτυχημένα μεταπτυχιακά προγράμματα δεν επανασυστάθηκαν, ενώ η καθυστέρηση στην προκήρυξή τους την προηγούμενη χρονιά, λόγω ακριβώς της εσπευσμένης επανασύστασης, οδήγησε πολλούς καλούς αποφοίτους μας στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να αιμορραγήσει η χώρα, ενώ η συμμετοχή των φοιτητών στα νέα μεταπτυχιακά, σύμφωνα με τα μηνύματα που έρχονται από όλη την Ελλάδα, ήταν και περιορισμένη σε αριθμό και υποβαθμισμένη σε ποιότητα λόγω του ότι ακριβώς οι καλύτεροι απόφοιτοι στο μεταξύ έφυγαν στο εξωτερικό με μεγαλύτερη ένταση απ’ ό,τι συνήθως. Αυτό υποβάθμισε πολλά μεταπτυχιακά μας, σε βάρος του επιπέδου σπουδών μας, και μείωσε τον μεταπτυχιακό πληθυσμό μας, σε βάρος της χώρας.

 

Αυτή καθαυτή η επανασύσταση, την οποία, δυστυχώς και πάλι, δεν καταφέραμε να εμποδίσουμε να γίνει τόσο βεβιασμένα με τα παραπάνω αποτελέσματα, δημιούργησε προβλήματα εκεί που δεν υπήρχαν, και που πάντως δεν τα είχαμε στο δικό μας Πανεπιστήμιο. Υποχρεώθηκαν διατμηματικά προγράμματα σπουδών, που είχαν μάλιστα πρόσφατα ιδρυθεί, να επανιδρυθούν με την υποχρέωση να διδάσκονται κατά 80% από μέλη ΔΕΠ των δυο Τμημάτων, αν και επρόκειτο για επαγγελματικά μεταπτυχιακά, που προσέφευγαν στην πρόσκληση διδασκόντων από την διοίκηση, την αγορά και την βιομηχανία και, συνεπώς, δεν μπορούσαν πλέον να διδαχθούν με την αξιοποίηση κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν των δικών μας πόρων. Πρόκειται για ανεξήγητη γραφειοκρατική αγκύλωση, βλαπτική για τον εκσυγχρονισμό του επιπέδου σπουδών μας και εντέλει για την ίδια τη χώρα.

Μια άλλη αγκύλωση αφορά στον προϋπολογισμό του κάθε μεταπτυχιακού. Τα μεταπτυχιακά προγράμματα καλούνται να προγραμματίσουν τις απαραίτητες για τη λειτουργία τους δαπάνες, έχοντας την υποχρέωση να απαλλάξουν από την καταβολή διδάκτρων, που συχνά αποτελεί την μόνη πηγή χρηματοδότησής τους, ώς και το ένα τρίτο των φοιτητών τους. Αυτό αυτόματα, υποχρεώνει τα εν λόγω προγράμματα να λειτουργήσουν με τα δυο τρίτα του προϋπολογισμού τους. Είναι σαφές πως ένα πρόγραμμα σπουδών που υπόσχεται να λειτουργήσει με 100 ευρώ, δεν θα μπορέσει να παράσχει το ίδιο επίπεδο σπουδών αν υποχρεωθεί τελικά να λειτουργήσει με 70. Η Πολιτεία θα πρέπει να ξέρει ότι έχει να διαλέξει μεταξύ δυο επιλογών και ότι δεν μπορεί να τα έχει όλα δικά της: ή θα δώσει υποτροφίες στους έχοντες ανάγκη φοιτητές για να φοιτήσουν στα προγράμματα σπουδών, τα οποία εγκρίνει με δίδακτρα, ώστε να παρέχουν υψηλό επίπεδο σπουδών, ή θα υποβαθμίσει τα εν λόγω προγράμματα σπουδών, τα οποία θα υποχρεώσει να λειτουργήσουν με λιγότερες δαπάνες από όσες χρειάζονται, προκειμένου να μπορεί η ίδια να κάνει κοινωνική πολιτική. Είναι θέμα προτεραιοτήτων τελικά. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει εδώ και καιρό (απόφαση ολομέλειας 2411/2012) ότι η υποχρέωση της Πολιτείας για την παροχή δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης περιορίζεται στις προπτυχιακές σπουδές και οι μεταπτυχιακές σπουδές μπορούν να παρέχονται έναντι διδάκτρων, ιδίως σήμερα που οι απαιτήσεις του ανταγωνισμού με τις τρίτες χώρες στην προσέλκυση αποφοίτων για εξειδίκευση είναι πολύ μεγάλες.

Προσωπικά, υπόσχομαι ότι θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου προκειμένου να καταργηθούν οι βλαπτικοί περιορισμοί στη σύσταση μεταπτυχιακών προγραμμάτων και –ει δυνατόν– να επαναλειτουργήσουν χωρίς την υποχρέωση νέας σύστασης, τα επιτυχημένα μεταπτυχιακά που δεν κατάφεραν να επανασυσταθούν και η διάρκεια των οποίων δεν είχε λήξει όταν τέθηκε σε ισχύ ο νέος νόμος. Δεν μπορεί η Πολιτεία να αλλάζει διαρκώς τους κανόνες του παιγνιδιού, επιβεβαιώνοντας καθημερινά την αναξιοπιστία της. Ένα μεταπτυχιακό που στήθηκε για να λειτουργήσει για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν μπορεί να καταργείται πριν τη λήξη της περιόδου αυτής χωρίς μεγάλο θεσμικό κόστος για την Παιδεία, ακόμη μεγαλύτερο από το υποτιθέμενο όφελος, το οποίο μάλιστα, εν προκειμένω, είναι όχι μόνο ανύπαρκτο, αλλά και αρνητικό.

 

Τέλος, θα επιδιώξω να αποσπασθεί η ευθύνη της σύστασης των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών από την κεντρική εξουσία. Γιατί, άραγε, θα πρέπει να βγαίνει ΦΕΚ για ένα πρόγραμμα σπουδών και να παρεμβαίνει στη σύστασή του το Υπουργείο; Τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών απευθύνονται σε συγκεκριμένο κύκλο αποφοίτων για να ικανοποιήσουν συγκεκριμένες ανάγκες μετεκπαίδευσης, προκειμένου να τους εξοπλίσουν με τα απαραίτητα εκείνα προσόντα, που θα τους καταστήσουν ανταγωνιστικότερους στην αγορά εργασίας. Η δε προσφορά μεταπτυχιακών σπουδών είναι πλέον ανοικτή σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δεν περιορίζεται στην ελληνική επικράτεια. Άρα, λοιπόν, δεν έχει νόημα να ρυθμίζεις εξαντλητικά τις μεταπτυχιακές σπουδές, από τη στιγμή που αυτές υποχρεώνονται πλέον, λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού, να αυτορυθμιστούν προσαρμοζόμενες στις απαιτήσεις των αποφοίτων στους οποίους απευθύνονται και οι οποίοι έχουν πολλές επιλογές στη διάθεσή τους.

Σε διεθνές επίπεδο, θα ενθαρρύνω τη δημιουργία ξενόγλωσσων μεταπτυχιακών με έδρα το Αριστοτέλειο για την προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών, που πλάι στους δικούς μας φοιτητές θα ανεβάσουν το επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών σε βαθμό τέτοιο, ώστε να αποτρέψουν την μετανάστευσή τους για να ειδικευθούν στο εξωτερικό, από τη στιγμή που θα έχουν στα πόδια τους ένα μεταπτυχιακό περιζήτητο από αλλοδαπούς συναδέλφους τους. Η διεθνοποίηση των μεταπτυχιακών σπουδών θα πρέπει να αναβαθμίζει το επίπεδο σπουδών τους. Εάν οι απόφοιτοι στους οποίους απευθυνόμαστε για να τους προσελκύσουμε να μετεκπαιδευτούν σε μας δεν πειστούν ότι τα προγράμματά μας είναι τουλάχιστον ισάξια με αυτά των ξένων Πανεπιστημίων, οι καλύτεροι εξ αυτών δεν θα έρθουν σε μας, αλλά θα φύγουν στο εξωτερικό. Ωστόσο, η προσέλκυση φοιτητών χαμηλότερης ποιότητας υποβαθμίζει τα μεταπτυχιακά μας.

Αναγνωρίζω, ωστόσο, ότι πολλές επιστήμες απευθύνονται αποκλειστικά σε Έλληνες φοιτητές και θα πρέπει να συνεχίσουν να το κάνουν και γι’ αυτό θα πρέπει να ενισχυθούν σε αυτό που κάνουν, αν είναι χρήσιμο και αναγκαίο για την κοινωνία και ανταγωνιστικό στην συγκεκριμένη αγορά εργασίας, στην οποία απευθύνονται οι φοιτητές που επιλέγουν τα συγκεκριμένα μεταπτυχιακά. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να προσεγγίζουμε κανένα ζήτημα, ούτε αυτό της λεγόμενης εξωστρέφειας, με αγκυλώσεις και προκαταλήψεις.