Θεσμικό πλαίσιο

 

α. Γενικά για τη μεταρρύθμιση με ενίσχυση της αυτονομίας των ΑΕΙ

Είναι σήμερα δεδομένο ότι ο νόμος 4009/2011 αντικαταστάθηκε (αν και όχι στο σύνολό του) χωρίς να αποκτήσει συνοχή το θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούμε, και κυρίως χωρίς ούτε ένα νέο στοιχείο στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του Πανεπιστημίου και της Ανώτατης Εκπαίδευσης, που να μας βοηθά να τοποθετηθούμε ανταγωνιστικά στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο Εκπαίδευσης και Έρευνας. Την ίδια στιγμή, το θεσμικό «ράβε ξήλωνε» έφερε μεταρρυθμιστική κόπωση, την οποία θα βρει μπροστά του οποιοσδήποτε επιχειρήσει να επαναφέρει την Ανώτατη Εκπαίδευση στη μεταρρυθμιστική πορεία που ανακόπηκε τα τελευταία χρόνια.

Γι’ αυτό, η νέα προσπάθεια θα πρέπει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης από τον ασφυκτικό έλεγχο και την υπερρυθμιστική παρεμβατικότητα του κράτους, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ουσιαστική νομοθετική ενίσχυση του αυτοδιοίκητου του Πανεπιστημίου. Θα πρέπει, επιτέλους, να μας δοθεί η δυνατότητα να διοικήσουμε πραγματικά τα του οίκου μας, όπως το θέλησε και ο συντακτικός νομοθέτης στο ταλαιπωρημένο άρθρο 16. Και αυτό μπορεί να μην περνά απ’ το χέρι μας ακριβώς, δεν πρέπει όμως να υποτιμούμε τις δυνατότητες της παρέμβασής μας στην κεντρική εξουσία. Ο λόγος του Πρύτανη του ΑΠΘ έχει βαρύτητα. Προσωπικά, δεσμεύομαι να ασκήσω την μεγαλύτερη δυνατή επιρροή, είτε μέσω της Συνόδου των Πρυτάνεων είτε και απ’ ευθείας, ώστε η μεταρρύθμιση, που πρέπει να συνεχιστεί, να μη γίνει σε βάρος του ακαδημαϊκού και διοικητικού προσωπικού των Ιδρυμάτων. Έχουμε ήδη ταλαιπωρηθεί υπέρ το δέον. Η προσαρμογή μας σε μια νέα-νέα θεσμική πραγματικότητα πρέπει επιτέλους να λαμβάνει υπόψη τα ανθρώπινα όριά μας να την υιοθετήσουμε και να την εφαρμόσουμε.

Από ’κει και πέρα, η όποια μεταρρύθμιση θα πρέπει να έχει έντονα ιδρυματικά χαρακτηριστικά, με την έννοια πως θα πρέπει να αφήνει στα επιμέρους ΑΕΙ ευρύτατη ελευθερία κινήσεων ως προς τον καθορισμό των κανόνων οργάνωσης και λειτουργίας τους. Η νέα μεταρρύθμιση ή θα προσδώσει στα ΑΕΙ την αυτονομία που θέλησε ο συντακτικός νομοθέτης από το 1975 (και που ακολουθούν όλα τα ανταγωνιστικά ΑΕΙ στην Ευρώπη και τον κόσμο σήμερα) ή θα αποτύχει και αυτή. Το κάθε ΑΕΙ, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις φιλοδοξίες του, θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να επιτελέσει τον σκοπό που του ανέθεσε η Πολιτεία, στην οποία εναπόκειται να διαμορφώσει την στρατηγική που θέλει στην Παιδεία και να θέσει τις κατευθυντήριες γραμμές πάνω στις οποίες θα πρέπει να κινηθούν τα ΑΕΙ. Αυτό προϋποθέτει την ενίσχυση της αυτονομίας μας.

Πόση αυτονομία, όμως, αντέχουμε; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας. Μπορούμε να αποκοπούμε εντελώς από την Πολιτεία; Το θέλουμε; Η αυτονομία περιορίζεται στο στενά εννοούμενο αυτοδιοίκητο ή επεκτείνεται άραγε και στον καθορισμό των όρων λειτουργίας του κάθε Πανεπιστημίου; Σε ποιο βαθμό μάς εμποδίζει το μακρύ χέρι του Κράτους να γίνουμε δημιουργικότεροι;

Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικοί περιορισμοί απορρέουν και από τη φύση των ΑΕΙ ως νομικών προσώπων δημοσίου και όχι ιδιωτικού δικαίου. Είναι κι αυτό ένα κατάλοιπο μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί κρατισμού, που ενέπνευσε τον συντακτικό νομοθέτη του 1975, η οποία αντί να εγγυάται τη δημιουργικότητα, κατάντησε ένα ασφυκτικό πλαίσιο, που τα τελευταία χρόνια έγινε βρόγχος και μας πνίγει.

 

β. Ειδικά για τη μεταβολή του χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Στα επόμενα κεφάλαια θα αναφερθώ ειδικότερα σε επιμέρους στοιχεία του γενικού θεσμικού πλαισίου, τη διαμόρφωση των οποίων μπορούμε να επηρεάσουμε. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να μείνω σε μια μείζονος σημασίας εξέλιξη των τελευταίων χρόνων, που έχει να κάνει με την αλλαγή του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας και αφορά τη συγχώνευση ΑΕΙ και ΤΕΙ. Σε επίπεδο σκοπιμότητας, κατ’ αρχάς, είναι γνωστά τα προβλήματα της τεχνολογικής εκπαίδευσης στη χώρα μας. Αντί, λοιπόν, να αναβαθμίσουμε και να εκσυγχρονίσουμε την τεχνολογική εκπαίδευση, στο πλαίσιο και της υιοθέτησης ενός νέου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, εμείς ουσιαστικά την καταργούμε. Να θυμίσω στο σημείο αυτό ότι το πιο πετυχημένο πρότυπο τεχνολογικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη είναι αυτό της Γερμανίας. Όμως, το εγχείρημα αυτό έχει και σοβαρές νομικές διαστάσεις, καθώς η ανωτατοποίηση των ΤΕΙ είναι αντισυνταγματική. Επειδή είναι ζήτημα μείζονος σημασίας και δεν θέλω να υποστηρίζω κάτι τόσο σημαντικό χωρίς ισχυρή τεκμηρίωση, παραθέτω ένα κρίσιμο απόσπασμα από την απόφαση 1958/2000 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας:

«…από το συνδυασμό των παρατεθεισών διατάξεων του [άρθρου 16 του] Συντάγματος, προκύπτει ότι τόσο η ανωτάτη εκπαίδευση όσο και η ανωτέρα επαγγελματική εκπαίδευση ανήκουν στην ίδια τρίτη βαθμίδα, πλην διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους ως προς την αποστολή και την οργάνωση. Βασική αποστολή των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι η καλλιέργεια της επιστήμης που αναλύεται σε έρευνα και διδασκαλία. Αντιθέτως, η επαγγελματική εκπαίδευση αποσκοπεί στη μετάδοση ειδικών γνώσεων και εμπειριών κατάλληλων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και αντιστοίχως στη δημιουργία στελεχών απαραιτήτων για τη λειτουργία της σύγχρονης οικονομίας. Διαφορετική είναι και η οργανωτική διάρθρωση, αφού η ανωτάτη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικώς σε ιδρύματα, υπό τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με πλήρη αυτοδιοίκηση, από καθηγητές που απολαύουν προσωπικής ανεξαρτησίας ανάλογης με εκείνη των δικαστικών λειτουργών, ενώ η επαγγελματική εκπαίδευση παρέχεται από “σχολές ανώτερης βαθμίδας” χωρίς συνταγματική κατοχύρωση της κρατικής νομικής μορφής των σχολών και του υπηρεσιακού καθεστώτος του διδακτικού προσωπικού. Παραλλήλως ο συντακτικός νομοθέτης έκρινε σκόπιμο να ενισχύσει τη διαφοροποίηση των δυο οργανωτικών σχημάτων με τον περιορισμό της διάρκειας των σπουδών της ανωτέρας επαγγελματικής εκπαίδευσης στα τρία έτη (βλ. Πρακτικά Αναθεωρητικής Βουλής σελ. 494, 496, 501, 504 και ΣτΕ 576/1981 Ολ., 1175/1988). Ο διαχωρισμός αυτός των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από τις σχολές ανωτέρας βαθμίδας, που παρέχουν επαγγελματική ή άλλη ειδική εκπαίδευση δεν δύναται ούτε να ματαιωθεί αμέσως από τον κοινό νομοθέτη με την εξίσωση αυτών ούτε και να καταστρατηγηθεί εμμέσως με την παράταση του χρόνου σπουδών πέραν της συνταγματικώς οριζομένης τριετίας και την ταυτόχρονη αλλοίωση του προγράμματος σπουδών, ώστε να μη παρέχεται σε αυτές η επιτασσόμενη από το Σύνταγμα επαγγελματική ή άλλη ειδική εκπαίδευση αλλά εκπαίδευση προσομοιάζουσα προς την παρεχόμενη από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (πρβλ. ΣτΕ 1260/1995 Ολ.).»

Η απόφαση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τη συνταγματικότητα των πρόσφατων νόμων, με τους οποίους συγχωνεύονται ΑΕΙ και ΤΕΙ και αναβαθμίζονται τα ΤΕΙ σε ΑΕΙ μαζί με το προσωπικό τους, και μάλιστα με κλειστές διαδικασίες, κάτι που θέτει αυτοτελώς ένα επιπλέον ζήτημα συνταγματικότητας.

Είναι δε απορίας άξιο πώς η παραπάνω απόφαση απεκρύβη από τον δημόσιο διάλογο. Οι υποτιθέμενες αντισυνταγματικότητες με τις οποίες βαρυνόταν τάχα ο νόμος 4009, οι οποίες –ας σημειωθεί– δεν διαπιστώθηκαν ποτέ από κανένα δικαστήριο, έδωσαν αφορμή σε κάποιους συναδέλφους μας να ξεσηκώσουν το σύμπαν. Μεταξύ δε αυτών ήταν και ορισμένοι πρώην πρυτάνεις. Δεν προτίθεμαι να κάνω ό,τι αυτοί και να μην εφαρμόζω ψηφισμένους νόμους του κράτους. Οι νόμοι, ακόμη και αυτοί που θεωρούμε αντισυνταγματικούς, πρέπει να εφαρμόζονται μέχρι να κριθεί η αντισυνταγματικότητά τους από τα αρμόδια δικαστήρια. Πλην όμως, δεν θα σιωπήσουμε κιόλας απέναντι σε σχεδιαζόμενες ρυθμίσεις που είναι αντισυνταγματικές και προσβάλλουν εύλογα συμφέροντά μας.

Κάτι ακόμα: έχουμε βιώσει στο πρόσφατο παρελθόν την πλήρη εγκατάλειψη του Πανεπιστημίου από τους συναδέλφους μας, οι οποίοι ενώ διοικούσαν προηγουμένως το Α.Π.Θ. και γνώριζαν τα επείγοντα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν, όταν ανέλαβαν κυβερνητικές θέσεις φρόντισαν να ξεχάσουν ό,τι έλεγαν προηγουμένως. Ως μέλη του Α.Π.Θ., αρνήθηκαν να εφαρμόσουν την τότε ισχύουσα νομοθεσία (παρεμποδίζοντας σώματι τη διεξαγωγή εκλογών για την ανάδειξη των εκπροσώπων μας στο Συμβούλιο Διοίκησης του Ιδρύματος το 2012) επειδή διαφωνούσαν με αυτή, αλλά απαιτούν τώρα (πράγμα σωστό) την τήρηση των νόμων της τωρινής Κυβέρνησης. Οι νόμοι πρέπει να τηρούνται πάντοτε και από όλους, όχι μόνο όταν κυβερνά η κυβέρνηση που μας αρέσει, αλλά και αυτή που δεν μας αρέσει. Δύο μέτρα και δύο σταθμά δεν μπορούν να ισχύουν.