Ανθρώπινο Δυναμικό

 

α. Για το Διδακτικό Προσωπικό

Η αυτονομία των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων δεν ταιριάζει με την εξαντλητική ρύθμιση των προϋποθέσεων εκλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ σε κεντρικό επίπεδο και με τρόπο ενιαίο σε όλη τη χώρα. Κακά τα ψέματα, γνωρίζουμε μεταξύ μας σε ποιες Σχολές ποιων Πανεπιστημίων ποιοι συνάδελφοι επιτελούν έργο υψηλών απαιτήσεων και σε ποιες όχι. Και αυτό το γνωρίζει και η κοινωνία, να είστε βέβαιοι. Δεν το γνωρίζει, όμως, ο νομοθέτης και ίσως να είναι και ο μόνος που δεν το γνωρίζει. Εμείς, λοιπόν, που θεωρούμε ότι στο Αριστοτέλειο έχουμε διασώσει ένα υψηλό επίπεδο απαιτήσεων για την εκλογή και εξέλιξη των συναδέλφων μας, θέλουμε να μπορούμε να το διασφαλίσουμε αυτό και στο μέλλον, ώστε να μπορούμε να εμφανιστούμε στην κοινωνία και να της πούμε «αυτοί είμαστε» και να αναλάβουμε και τις ευθύνες μας γι’ αυτό.

Θέλουμε, λοιπόν, να μπορούμε να κρίνουμε εμείς τους συναδέλφους μας, με υψηλά κριτήρια που επίσης εμείς θα θέσουμε και να μην κρινόμαστε το ίδιο όλοι, σε εθνικό επίπεδο, από όλους, και μάλιστα υποχρεωτικά από τρίτους, που ορισμένες φορές γνωρίζουμε εκ προοιμίου ότι δεν έχουν το απαιτούμενο επίπεδο που εμείς θεωρούμε ότι ταιριάζει σε μας και στο Πανεπιστήμιό μας. Ένα μεγάλο πανεπιστημιακό ίδρυμα όπως το Αριστοτέλειο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται το ίδιο θεσμικά όπως τα μικρά ιδρύματα, που δεν μπορούν να στηρίξουν από μόνα τους τις διαδικασίες εκλογής και εξέλιξης των μελών τους. Επειδή, όμως, αντιμετωπίζεται το ίδιο τελικά, ισοπεδώνεται και δεν του επιτρέπεται να διακριθεί στο βαθμό που θα μπορούσε.

Ένα θέμα ουσίας ως προς το ανθρώπινο δυναμικό σε επίπεδο μελών ΔΕΠ στο Πανεπιστήμιό μας είναι και η αναπλήρωση των πολλών και αυξανόμενων καθώς περνούν τα χρόνια κενών θέσεων που δημιουργούνται σε πολλές Σχολές μας λόγω της αποχώρησης των αφυπηρετούντων συναδέλφων, αλλά και της μετανάστευσης πολλών τα τελευταία χρόνια. Αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αρχή μας οι θέσεις αυτές να μην εξαφανιστούν, αλλά να αποτυπωθούν σε ένα νέο Οργανόγραμμα Μελών ΔΕΠ, που θα πρέπει επίσης να δημιουργήσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των προγραμμάτων σπουδών μας, αφού τα εκσυγχρονίσουμε, και κυρίως τις επικείμενες συνταξιοδοτήσεις συναδέλφων. Με αυτή την προϋπόθεση, θέση μέλους ΔΕΠ κενωθείσα, πληρούται από νέο μέλος ΔΕΠ, το οποίο εκλέγεται για το σκοπό αυτό με ανοικτές διαδικασίες.

Από ’κει και πέρα, η στελέχωση ενός Τμήματος με βοηθητικό προσωπικό οιασδήποτε μορφής απασχόλησης δεν μπορεί να υποκαθιστά την έλλειψη μελών ΔΕΠ, διαφορετικά το επίπεδο σπουδών υποβαθμίζεται. Όσο για την αναβάθμιση ήδη υπηρετούντος στις Σχολές μας τέτοιου προσωπικού σε διδακτικό, δεν μπορεί ούτε αυτή να γίνει σε βάρος της πρόσληψης νέων μελών ΔΕΠ.

Ζήτημα άνισης μεταχείρισης τίθεται, και το αναγνωρίζω, από την αναβάθμιση στο μεταξύ πολλών μελών του διδακτικού προσωπικού των ΤΕΙ σε καθηγητές ΑΕΙ, που δεν έχουν καν τα προσόντα πολλών δικών μας λεκτόρων ή ΕΔΙΠ. Μια τέτοια κατάσταση είναι επίσης απαράδεκτη και θα πρέπει οπωσδήποτε να την αντιμετωπίσουμε και να προβούμε στον εξορθολογισμό της, εφόσον μας το επιτρέψει και η Πολιτεία. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν πιστεύω πως, οτιδήποτε γίνει, θα πρέπει να είναι σε βάρος των νέων παιδιών που χτυπούν την πόρτα μας φορτωμένα με πτυχία και προσόντα υψηλοτάτου επιπέδου. Δεν είναι δυνατό να μη μπορούμε να τους υποδεχθούμε στα ελληνικά Πανεπιστήμια επειδή θα πρέπει στο μεταξύ να «βολέψουμε» τα «δικά μας παιδιά». Κάτι τέτοιο αποτελεί έγκλημα κατά της νέας γενιάς, αλλά και του μέλλοντος αυτού του τόπου. Συμφωνώ ότι πολλά τέτοια εγκλήματα έχουν γίνει στο παρελθόν και θα πρέπει να διορθωθούν και θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να διορθωθούν. Στο Αριστοτέλειο, πάντως, επί δικής μου πρυτανείας, η αξιοκρατία θα είναι μια αρχή αδιαπραγμάτευτη.

Η αυτονόμηση των Ιδρυμάτων μας θα πρέπει να μας επιτρέψει να προχωρήσουμε σε παράλληλες προσλήψεις όχι μόνο διοικητικού προσωπικού, αλλά και μελών ΔΕΠ, στο πρότυπο των «επωνύμων εδρών», με τις ίδιες ακριβώς διαδικασίες και τις ίδιες ακριβώς απαιτήσεις προσόντων για την κάλυψη των κενών θέσεων, αυτοχρηματοδοτώντας τις προσλήψεις αυτές στο μέτρο των δυνατοτήτων μας.

 

β. Για το Διοικητικό Προσωπικό

Η διοίκηση του Πανεπιστημίου από εμάς τους ίδιους έχει προκαλέσει μια στρέβλωση, η οποία θα πρέπει να διορθωθεί. Αυτοδιοίκητο δεν σημαίνει ότι εμείς ως μέλη ΔΕΠ θα πρέπει να διοικούμε τα πάντα εντός του Πανεπιστημίου. Περνάμε τη ζωή μας διοικώντας Τομείς, Τμήματα, Σχολές και Πανεπιστήμια, ασχολούμενοι λιγότερο με την έρευνα και τη διδασκαλία και περισσότερο με τη διοίκηση. Και δεν αναφέρω τις επιτροπές και τις ομάδες εργασίας, στις οποίες συμμετέχουμε, ων ουκ έστι αριθμός. Δεν μιλώ για το ακαδημαϊκό έργο, το οποίο ασφαλώς και θα το διοικήσουμε εμείς. Μιλώ για το διοικητικό έργο και για διοικητικές αρμοδιότητες, τις οποίες δεν υπάρχει κανένας λόγος να τις κρατάμε και να τις ασκούμε εμείς, υποκαθιστώντας στην πραγματικότητα το διοικητικό μας προσωπικό. Η δουλειά του πανεπιστημιακού είναι να διδάσκει και να ερευνά. Εμείς σε αυτά προσθέσαμε και την διοίκηση, παραμερίζοντας τους διοικητικούς υπαλλήλους. Έχουμε υποβαθμίσει τους διοικητικούς υπαλλήλους μας σε γραφιάδες. Σε αυτούς ανήκει, ωστόσο, η διοίκηση του Πανεπιστημίου. Έχουμε δημιουργήσει από μόνοι μας μια γραφειοκρατία μόνο και μόνο για να λέμε ότι διοικούμε το Πανεπιστήμιο. Πρώτον, δεν το κάνουμε, δεύτερον, όταν το κάνουμε, δεν το κάνουμε καλά, και τρίτον, δεν το χρειαζόμαστε. Η διοίκηση εν στενή εννοία θα πρέπει να επανέλθει στους διοικητικούς υπαλλήλους, αφού καθορίσουμε τους κανόνες διοίκησης. Γι’ αυτό προέχει όχι μόνο η περιγραφή των θέσεων του οργανογράμματός μας, αλλά και η περιγραφή των διαδικασιών, που σκοπό θα έχουν να απαλλάξουν τον Πανεπιστημιακό από διοικητικά καθήκοντα που καταχρηστικά ασκεί σήμερα, αναθέτοντάς τα εκεί που εκ του νόμου ανήκουν. Πιστεύω πως είναι σήμερα ώριμα τα πράγματα και στο ΔΕΠ και στους διοικητικούς υπαλλήλους ώστε να ανακτήσουν τους διακριτούς ρόλους που τους έχει αναθέσει ο νόμος.

Η στρεβλή αυτή κατάσταση έχει ρίζες στο Πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης. Έκτοτε μπερδέψαμε το αυτοδιοίκητο με τη διοίκηση του Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα, ενώ έχουμε παγκοσμίως –και το πιστεύω ακράδαντα– δασκάλους και φοιτητές από τους καλύτερους, υστερούμε ως Πανεπιστήμια για το λόγο ότι δεν τα διοικούμε σωστά. Αποδεδειγμένα, για να φτιάξεις ένα καλό Πανεπιστήμιο, χρειάζεσαι δυο πράγματα: καλούς δασκάλους και καλούς φοιτητές. Εμείς, ενώ διαθέτουμε το μίγμα αυτό σε επάρκεια, δεν έχουμε το Πανεπιστήμιο που μας αξίζει.

Αλόγιστες κεντρικές ρυθμίσεις έχουν μετατρέψει τον καθηγητή σε γρανάζι ενός θηριώδους γραφειοκρατικού μηχανισμού, που κάθισε πάνω του και απομυζά τη δημιουργικότητά του, κατατρώγοντας τις περιορισμένες λόγω της κρίσης που έπληξε και αυτόν αντοχές του. Καμιά Πρυτανεία, που μπορεί να μη φταίει κατ’ αρχήν, δεν κατάφερε, ωστόσο, να μας προστατεύσει από το μένος του γραφειοκρατικού τέρατος που γέννησε η πολλαπλασιαζόμενη κεντρική ρύθμιση. Το Πανεπιστήμιο έχει μετατραπεί σε ένα γιγαντιαίο χαρτί, που μας τύλιξε και μας έπνιξε και δε μας αφήνει να κάνουμε αυτό για το οποίο πληρωνόμαστε τελικά. Η απλούστευση των διαδικασιών και η απαλλαγή από το άχθος των περιττών διοικητικών ενεργειών χωρίς καμιά προστιθέμενη αξία, πρέπει να είναι βασικό μέλημά μας. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί προσωπική μου δέσμευση, ώστε να επαναφέρουμε πίσω στο φυσικό της χώρο τη χαρά της προσφοράς και της δημιουργίας.