Έρευνα – Καινοτομία

 

α. Για την Έρευνα

Σήμερα, για να κάνεις έρευνα στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, θα πρέπει να εξοπλισθείς με ιώβεια υπομονή. Και όταν έρθεις αντιμέτωπος με τη νέα γραφειοκρατική πραγματικότητα της Επιτροπής Ερευνών, θα διαπιστώσεις ότι δεν αρκεί ούτε αυτή. Η υπαγωγή της έρευνας στους κανόνες του Δημόσιου Λογιστικού, τη στιγμή που χρόνια πριν δημιουργήθηκαν οι Επιτροπές Ερευνών για να την απαλλάξουν ακριβώς από τους κανόνες αυτούς και να την απελευθερώσουν από ένα αντιπαραγωγικό θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου ασφυκτιούσε, επιτυγχάνοντας στο μεταξύ θεαματικά αποτελέσματα για τα Πανεπιστήμια, τα Ερευνητικά Κέντρα και τη χώρα, εκδιώκει την έρευνα και καταδικάζει το ανθρώπινο δυναμικό της στη μετανάστευση, τη στιγμή που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός πρώτης ευκαιρίας γι’ αυτό. Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος στενάζει πλέον υπό το βάρος ανούσιων γραφειοκρατικών διαδικασιών, που αποτρέπουν αντί να ενθαρρύνουν την ανάληψη έργων και την εκπόνηση ερευνών.

Είναι απορίας άξιο γιατί αποτύχαμε συλλογικά και σε τέτοιο βαθμό να πείσουμε τους κυβερνώντες ότι, με ένα τόσο αντιπαραγωγικό θεσμικό πλαίσιο, αδυνατούμε όχι μόνο να λειτουργήσουμε, αλλά και ν’ αναπτυχθούμε. Πρόκειται για την καλύτερη συνταγή για να διατηρηθεί η Ελλάδα σε κατάσταση αποικίας χρέους ες αεί. Δεν βρέθηκε ΕΝΑΣ από τους Πρυτάνεις ή τους αρμόδιους αντιπρυτάνεις ανά τη χώρα να υψώσει ανάστημα και να παραιτηθεί για το λόγο αυτό; Ούτε ένας; Αντ’ αυτού, γίνανε όλοι τροχονόμοι της πιο ολέθριας ρύθμισης που διανοήθηκε ποτέ να επιβάλει η κεντρική εξουσία από καταβολής του ελληνικού κράτους;

Αντί άλλων καταγγελιών, παραπέμπω στην από 20.12.2018 τεκμηριωμένη επιστολή της Ενώσεως των Ελλήνων Ερευνητών προς τον Πρωθυπουργό και σας καλώ να την διαβάσετε.

Δεσμεύομαι από την πρώτη στιγμή που θα αναλάβω καθήκοντα εάν με τιμήσετε με την ψήφο σας να καταστήσω το θέμα αυτό το πρώτο θέμα με το οποίο θα ασχοληθεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα η Σύνοδος των Πρυτάνεων, σε στενή συνεργασία για την διεκδίκησή του με τα ερευνητικά ιδρύματα της ΓΓΕΤ, την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών και την ΠΟΣΔΕΠ. Θα συγκροτήσουμε μια συμμαχία για τη διάσωση της έρευνας στην Ελλάδα, η οποία απειλείται σήμερα με εξαφάνιση. Και δεν θα υποχωρήσουμε μέχρι να φέρουμε αποτελέσματα.

 

β. Για την Καινοτομία

Όταν αποκατασταθεί η δυνατότητα να κάνει κανείς έρευνα στο Πανεπιστήμιο, που σήμερα έχει περιοριστεί με τον απαράδεκτο τρόπο που περιγράψαμε ανωτέρω, τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε και για το πώς θα καταστήσουμε το ΑΠΘ συνεργό σε καινοτόμες δράσεις, από την επιτυχή υλοποίηση των οποίων εξαρτάται η ανταγωνιστικότητα της χώρας, η υλοποίηση επενδύσεων, η αύξηση των εξαγωγών, η καταπολέμηση της ανεργίας και η ίδια η ανάπτυξη, μόνη ικανή να γυρίσει την σελίδα της κρίσης που βιώνουμε ακόμη.

Αν ρίξουμε μια ματιά στο λεγόμενο «Innovation Policy Terrain» (βλ. διάγραμμα κατωτέρω), θα διαπιστώσουμε πως εμείς, ως Πανεπιστήμιο, κατατασσόμαστε στο δεύτερο στρώμα των παραγόντων που συμβάλλουν στη δημιουργία καινοτόμου δυναμικής στη χώρα, ήτοι σε αυτό που αποκαλείται «Science and Engineering base». Εκεί βρίσκονται μαζί μας και άλλοι παράγοντες όπως η εξειδικευμένη τεχνική κατάρτιση και επιμόρφωση, η βασική έρευνα (όπου σημασία έχουν τα έμμεσα αποτελέσματά της), η εθνική στρατηγική για την Έρευνα και Ανάπτυξη και η δημόσια χρηματοδότηση έρευνας που δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από ιδιώτες:

 

Innovation Policy Terrain

 

Για να συμβάλλουμε, λοιπόν, στη δημιουργία καινοτόμου δυναμικής στη χώρα, εμείς κατ’ αρχάς θα πρέπει να κάνουμε καλά τη δουλειά μας και να προσφέρουμε γνώσεις στους φοιτητές μας που να ανταποκρίνονται στο παγκόσμιο κάθε φορά «state of the art». Αυτό είναι ένα σύνθετο ζήτημα, το οποίο επηρεάζεται από πολλές παραμέτρους στις οποίες αναφέρομαι στο παρόν κείμενο θέσεων, κυρίως όμως είναι ένα ζήτημα εκσυγχρονισμού και διεθνοποίησης των προγραμμάτων σπουδών μας.

Από ’κει και πέρα, για την ανάπτυξη συγκεκριμένων καινοτόμων προϊόντων ή/και διαδικασιών, το Πανεπιστήμιο θα πρέπει να συνεργήσει με εταιρίες ICT, αφενός, και με επιχειρήσεις που θα αξιοποιήσουν τα παραγόμενα καινοτόμα αποτελέσματα στην αγορά, αφετέρου, όπως υποδηλώνει το κατωτέρω διάγραμμα.

 

Αν και στο ΑΠΘ διαθέτουμε επαρκή “Science and Engineering base» για να αναπτύξουμε καινοτόμες δράσεις, δεν έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα –πλην ελαχίστων και μεμονωμένων περιπτώσεων, που όμως οφείλονται σε διακεκριμένους συναδέλφους μας ατομικά– να αναπτύξουμε τέτοιες δράσεις στο πλαίσιο συστηματικών συνεργιών με εταιρίες ICT και επιχειρήσεις. Κυρίως δε, δεν έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε την απαραίτητη υποδομή ανάπτυξης καινοτόμων δράσεων, παρά τις πολυτελείς επενδύσεις τύπου ΚΕΔΕΚ, οι οποίες δεν έχουν αποσβεσθεί μέχρι σήμερα ούτε κατ’ ελάχιστον.

Η δημιουργία μιας τέτοιας υποδομής, από θεσμικής, οργανωτικής, λειτουργικής και τεχνικής απόψεως, θα είναι στις πρώτες προτεραιότητές μου για δυο λόγους: πρώτον, διότι επείγει να κρατήσουμε στην Ελλάδα τους πλέον καταρτισμένους φοιτητές μας και να τους αξιοποιήσουμε τοπικά για να δώσουμε ώθηση στην αναπτυξιακή δυναμική της χώρας, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την καινοτομία, και δεύτερον, για να δημιουργήσουμε μια βιώσιμη πηγή εσόδων για το Πανεπιστήμιο, προκειμένου στη συνέχεια να αυτοχρηματοδοτήσουμε με αυτά τις δράσεις αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού του Πανεπιστημίου που θα πρέπει διαρκώς να αναλαμβάνουμε, ώστε να διασφαλίσουμε στο ΑΠΘ τον ηγετικό ρόλο που του αξίζει στον πανεπιστημιακό χάρτη της χώρας.